Το φυσικό περιβάλλον και ο βιολογικός πλούτος του Δρυμού

Οικοσυστήματα και άγρια πανίδα
Δεν είναι μόνο το φυσικό κάλλος του αλπικού τοπίου που εντυπωσιάζει τον επισκέπτη στον Εθνικό Δρυμό Βίκου - Αώου. Είναι η ποικιλία και η εναλλαγή των διαφορετικών φυσικών οικοσυστημάτων του, τα οποία συνθέτουν ένα από τα λιγοστά εναπομείναντα καταφύγια της άγριας ζωής στην Ευρώπη.

Έως σήμερα είναι γνωστό πως ο Δρυμός προστατεύει 10 είδη αμφιβίων, 21 είδη ερπετών, 133 είδη πουλιών και 24 είδη θηλαστικών, ενώ σχεδόν άγνωστη είναι η συνεισφορά του στην προστασία της πανίδας των ασπόνδυλων. Σχεδόν το 1/3 των φυτών της ελληνικής γης βρίσκει καταφύγιο στο Δρυμό, στο 1/1.000.000 της έκτασής της!

Τα δάση, τα λιβάδια, τα φαράγγια, τα ποτάμια, οι ορθοπλαγιές, δεν είναι απλά όμορφα τοπία. Σφύζουν από ζωή. Είναι γεμάτα από κίνηση, ήχους και χρώματα. Διαδραματίζουν ένα σοβαρότατο ρόλο στην επιβίωση μεγάλου αριθμού φυτικών και ζωικών ειδών, πολλά από τα οποία είναι σπάνια, μοναδικά στον κόσμο ή και με μεγάλο κίνδυνο εξαφάνισης.


Οι αείφυλλοι σκληρόφυλλοι θαμνώνες και τα δρυοδάδη
Οι αείφυλλοι σκληρόφυλλοι θαμνώνες με συνηθέστερα είδη την αριά (Quercus ilex) και το πουρνάρι (Quercus coccifera) απλώνονται στις χαμηλότερες υψομετρικά εκτάσεις (400-650 μ.) της χαράδρας του Αώου και των φαραγγιών του Βίκου και του Βοϊδομάτη. Εδώ φυτρώνει επίσης η κουμαριά (Arburus unedo), η αγριοκουμαριά (Arburus adrachne), ο φράξος (Fraxinus ornus), το φυλίκι (Phillyrea latifolia), ο σχίνος (Pistacia terebinthus), ο γάβρος (Carpinus orientalis), τα κέδρα (Juniperus communis και Juniperus oxycedrus). Ψηλότερα (650-750 μ.) σχηματίζονται θαμνώνες με τα δύο είδη γάβρων (Carpinus orientalis και Carpinus betulus), τα οστρυά (Ostrya carpinifolia) και το πουρνάρι. Ακόμα πιο ψηλά (750-1.000 μ.) σχηματίζονται δρυοδάδη αποτελούμενα από διάφορα είδη δρυός (Quercus frainetto, Quercus pubescens, Quercus dalechampili, Quercus cerris και Quercus trojana).

Τα δρυοδάση αποτελούν κατάλληλο βιότοπο για αρκετά μεγάλα θηλαστικά όπως η αρκούδα (Ursus arctos), το αγριογούρουνο (Sus scrofa) και το ζαρκάδι (Capreolus capreolus). Το αγριογούρουνο, παρόλο που κυνηγιέται συστηματικά, μιας και το κυνήγι του επιτρέπεται τους φθινοπωρινούς μήνες, επιβιώνει χάρη στην ψηλή αναπαραγωγική του ικανότητα, επειδή γεννά μέχρι 7-8 μικρά. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και για τα άλλα δύο είδη που βρίσκονται σε πολύ χαμηλούς αριθμούς αφού η αρκούδα γεννά μόνο κάθε δύο ή τρία χρόνια από τη στιγμή που θα συμπληρώσει το τέταρτο χρόνο της ζωής της ενώ το ζαρκάδι γεννά μόνο ένα ή το πολύ δύο μικρά.

Στα δρυοδάση του Δρυμού ζει επίσης ο αγριόγατος (Felis sylvestris), ορισμένα πιο κοινά θηλαστικά όπως το κουνάβι (Martes foina) και ο ασβός (Meles meles), καθώς επίσης και αρκετά μικρότερα και λιγότερο γνωστά ζώα όπως είναι τα διάφορα είδη των νυχτερίδων (Chiroptera), των μυωξών (Gliridae) και των μυγαλών (Soricidae). Οι μυωξοί φωλιάζουν στα δέντρα και συχνά διαταράσσουν τη νυχτερινή ησυχία του δάσους με τις φωνές τους καθώς αναζητούν τροφή. Οι μυγαλές είναι μικροσκοπικά θηλαστικά που τρέφονται με ασπόνδυλα που ζουν στο έδαφος. Το βάρος τους είναι πολύ μικρό, μόλις μερικά γραμμάρια, αλλά για να επιβιώσουν χρειάζονται καθημερινώς μεγάλες ποσότητες ενέργειας γι' αυτό και είναι υποχρεωμένα να καταναλώνουν τροφή ίση με το βάρος τους σε ημερήσια βάση.

Πλούσια είναι και η ορνιθοπανίδα των δρυοδασών. Μέσα από τα φυλλώματα των γέρικων βελανιδιών ακούγεται το τραγούδι της γαλαζοπαπαδίτσας (Parus caeruleus), του δεντροτσοπανάκου (Sitta europera) και του δεντροβάτη (Certhia brachydactyla και Certhia familiaris), που συνθέτουν μαζί με τα πολλά άλλα ωδικά πουλιά την πρωινή χορωδία του δάσους. Με ράμφος ισχυρό σμιλεύουν οι δρυοκολάπτες (Picidae) τους δρύινους κορμούς, ψάχνοντας να τραφούν με τα δασικά έντομα του φλοιού, κι αφήνοντας να αντηχήσει στο δάσος και σε μεγάλη απόσταση το χαρακτηριστικό υπόκωφο χτύπημα του ράμφους τους. Το καλοκαίρι μπορεί να δει κανείς, να γυροπετά κοντά στα χωριά ένας μικρός γύπας, ο ασπροπάρης (Neophron percnopterus).

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση ο κούκος (Cuculus canorous), ο προάγγελος της άνοιξης, φτάνει κάθε χρόνο στην περιοχή στην πλάτη αυτού του μεταναστευτικού μικρού γύπα. Στα χαμηλά υψόμετρα, όπου η βλάστηση αποτελείται κύρια από αείφυλλους σκληρόφυλλους θαμνώνες, ζουν και τα περισσότερα είδη των ερπετών του Εθνικού Δρυμού. Η σαΐτα (Coluber najadum), το σπιτόφιδο (Elaphe situla), το ασινόφιδο (Coronella austriaca), η κερκυραϊκή σαύρα (Algyroides nigropunctatus) και η κρασπεδωτή χελώνα (Testudo marginata) είναι μερικά από αυτά.


Τα δάση κωνοφόρων και οξιάς
Στα μέσα υψόμετρα της χαράδρας του Αώου (1.000μ. - 1.600 μ.) απλώνονται μικτά και αμιγή δάση μαυρόπευκου (Pinus nigra), ελάτης (Abies borisil - regis) και οξιάς (Fagus sylvatica) ενώ στα ίδια υψόμετρα στη χαράδρα του Βίκου φυτρώνουν εκτός από τα έλατα και η ορεινή άρκευθος (Juniperus foetidisimma).

Τα ώριμα δάση που δεν έχουν υλοτομηθεί για πολύ καιρό, είναι ο βιότοπος του πιο μεγαλόσωμου ευρωπαϊκού δρυοκολάπτη - του μαύρου δρυοκολάπτη (μαυροτσικλιτάρα, Dryocopus martius). Στα δάση κωνοφόρων και οξιάς ζει η αρκούδα, το ζαρκάδι και το αγριογούρουνο ενώ ελάχιστες φορές έχουν παρατηρηθεί εξαιρετικά σπάνια είδη όπως το δασοκούναβο (Martes martes) και ο λύγκας (Lynx lynx). Στις πιο απόκρημνες περιοχές των δασών αυτών ξεχειμωνιάζει το αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra), ένα από τα πιο σπάνια και εντυπωσιακά είδη θηλαστικών της πατρίδας μας.


Τα ρόμπολα
Στο ανώτερο υψομετρικό όριο των δασών της χαράδρας του Αώου (1.600-2.000 μ.), φυτρώνει ένα είδος ψυχρόβιου κωνοφόρου, η λευκόδερμη πεύκη (Pinus leucodermis), που είναι περισσότερο γνωστή με το κοινό της όνομα ρόμπολο και συχνά σχηματίζει συστάδες αποτελούμενες από μεγάλα υπεραιωνόβια δέντρα. Από τα πουλιά συχνότερα συναντάται η ελατοπαπαδίτσα (Parus ater), ο δενδροβάτης (Certhia brachydactyla) και η μαυροτσικλιτάρα, ενώ από τα θηλαστικά απαντάται σε όλη τη διάρκεια του έτους το αγριόγιδο και αρκετά συχνά η αρκούδα.


Τα υποαλπικά και αλπικά λιβάδια
Στα μεγάλα υψόμετρα (2.000 μ. και πάνω) εκτείνονται τα υποαλπικά και τα αλπικά λιβάδια που αποτελούνται από πόες και μικρούς αγκαθωτούς θάμνους. Οι περιοχές αυτές σκεπάζονται με χιόνι καθ' όλη τη διάρκεια του χειμώνα ενώ το καλοκαίρι απαντάται μία από τις πλουσιότερες βιοκοινωνίες πουλιών της Ελλάδας με είδη όπως η χιονάδα (Eremophilla alpestris), ο χιονόστρουθος (Montifringilla nivalis), ο χιονοψάλτης (Prunella collaris), η πετροπέρδικα (Alectoris graeca) και οι κελάδες (Anthus sp.). Είναι φορές που στα ουράνια γλιστρούν επιβλητικά, ζυγιάζοντας τις μεγάλες φτερούγες τους, αετοί και γύπες: ο χρυσαετός (Aquilla chrysaetos), το έμβλημα των ορθοπλαγιών, και τα όρνια (Gyps fulvus), οι φυσικοί καθαριστές της φύσης.



Οι ορθοπλαγιές
Ακόμα και οι αφιλόξενες απόκρημνες ορθοπλαγιές, οι σάρες (χαλικώνες), τα λούκια και οι βραχοσχισμές, αποτελούν ιδιαίτερα ενδιαιτήματα, όπου συγκεκριμένες μορφές ζωής επιβιώνουν στις ιδιαίτερες συνθήκες του ασταθούς υποστρώματος και της φτωχής βλάστησης.

Η σβαρνίστρα (Tichodroma muraria), ένα σπάνιο και εντυπωσιακό πουλί με χρωματισμό κόκκινο, γκρι και μαύρο, μπορεί και αναρριχάται στις ορθοπλαγιές με μεγάλη επιτηδειότητα, κουνώντας διαρκώς τις πλατιές φτερούγες της σαν πεταλούδα. Τα αεικίνητα πετροχελίδονα (Ptyonoprogne rupestris) χτίζουν τις φωλιές τους στις προφυλαγμένες από τη βροχή κοιλότητες των βράχων. Τα δύο είδη καλιακούδων, οι κιτρινοκαλιακούδες (Pyrrhocorax graculus) και οι κοκκινοκαλιακούδες (Pyrrhocorax pyrrhocorax), που ξεχωρίζουν από το διαφορετικό χρώμα του ράμφους τους (κίτρινο και κόκκινο αντίστοιχα), πετούν σε μεγάλα σμήνη και κουρνιάζουν στα κάθετα βράχια. Τέλος στις απόκρημνες και σκιερές περιοχές των ορθοπλαγιών, προφυλαγμένα από το κίνδυνο του λύκου και των λαθροκυνηγών, αναζητούν καταφύγιο τους καλοκαιρινούς μήνες τα λιγοστά κοπάδια αγριόγιδων που υπάρχουν στο Δρυμό.


Οι ορεινές λίμνες
Στα μεγάλα υψόμετρα του Δρυμού δεν υπάρχουν πολλές πηγές και ρέματα μιας και τα πετρώματά του είναι κυρίως ασβεστολιθικά, ευδιάλυτα και υδατοπερατά. Στις περιοχές, όμως, όπου αντί του ασβεστόλιθου υπάρχει φλύσχης, σχηματίζονται μικρές λίμνες. Η πιο μεγάλη απ' όλες είναι η Δρακόλιμνη που βρίσκεται στα 2.050 μέτρα και συνδέεται με διάφορους θρύλους της περιοχής. Οι λίμνες αυτές είναι μεγάλης σημασίας για τη διατροφή και αναπαραγωγή των τριών από τα δέκα είδη αμφιβίων που ζουν στο Δρυμό: αλπικός τρίτωνας (Triturus alpestris), βομβίνη (Bombina variegata), πρασινόφρυνος (Bufo viridis).


Τα ποτάμια
Στις όχθες των ποταμών Αώου και Βοϊδομάτη φυτρώνουν πλατάνια (Platanus orientalis), ιτιές (Salix sp.) και σκλήθρα (Alnus glutinosa). Εννιά είδη ψαριών ζουν στους δύο ποταμούς. Από αυτά περισσότερο γνωστά είναι η πέστροφα (Salmo trutta), ο κέφαλος των γλυκών νερών (Leuciscus cephalus) και το συρτάρι (Chondrostoma nasus) ενώ άλλα, όπως το ενδημικό είδος του ποταμού Αώου πινδοβίνος (Orthias pindus), είναι γνωστά μόνο στην επιστημονική κοινότητα. Στα ρέματα και στις μικρές λιμνούλες που βρίσκονται στις όχθες των ποταμών ζουν τέσσερα είδη νεροβάτραχων (Rana sp.), δυο είδη νερόφιδων (Natrix natrix και Natrix tesselata) και χωματόφρυνοι (Bufo bufo), που πλησιάζουν στο νερό μόνο κατά την αναπαραγωγική περίοδο.

Όσον αφορά τα υδρόβια πουλιά, μερικές φορές κάνει την εμφάνισή του ο σταχτοστικνιάς (Ardea cinerea), κυρίως στις περιοχές του Δρυμού που γειτνιάζουν με τον κάμπο της Κόνιτσας, ενώ ο νεροκότσυφας (Cinclus cinclus) ζει πάντα δίπλα στα ποτάμια, πετώντας, βουτώντας και περπατώντας πάνω στο νερό. Η βίδρα (Lutra lutra), θηλαστικό άμεσα συνδεδεμένο με το υγρό στοιχείο, αναζητά καταφύγιο στην πυκνή παρόχθια βλάστηση των δύο ποταμών, ενώ στις όχθες τους ζει και η νερουμγαλή (Neomys sp.), μικρό θηλαστικό που τρέφεται κύρια με υδρόβια και εδαφόβια ασπόνδυλα.