Ανδρίτσαινα, η αρχόντισσα της πέτρας

Εδώ που ο κόσμος άλλαξε

Το γέρμα του ήλιου έφτασε για τους παλαιούς θεούς, σωθήκανε οι μέρες του Χάους, της Γαίας, και του Κρόνου. Θεοί Τιτάνων και Ατλάντων, προστάτες τεράτων και θεριών, διαφέντευαν την οικουμένη.

Μα η προφητεία ήθελε καινούργια πλάσματα να βασιλέψουνε στη γη, νέοι θεοί να ευλογήσουνε τη ζήση τους και κόσμος αλλιώτικος, να αρχίσει να ανατέλλει. Εδώ στο Λύκειο όρος, ψηλά στις αρχαίες Ολυμπία και Παρρασία πρωταντίκρυσε το λυκαυγές της νέας εποχής ο Δίας, εδώ γεννήθηκε ο πατέρας της νέας τάξης των θνητών μα και των αθανάτων.

Με το ένα χέρι άδραξε τον κεραυνό, με το άλλο φυλλομέτρησε το άγραφο ακόμα κιτάπι των κατοπινών αιώνων, κι έτσι με μιας, ο κόσμος άλλαξε παντοτινά κι άρχισε να παντοκρατορεί, το γένος των ανθρώπων.


Ανδρίτσαινα, η αδάμαστη αρχόντισσα της πέτρας

Στη σκιά του Λύκειου όρους, στα όρια της Αρχαίας Παρρασίας κάτω από τις φτερούγες του Επικούρειου Απόλλωνα, με ιστορία που χάνεται στις απαρχές του κόσμου, η ηρωική Ανδρίτσαινα, μήτρα θεών, μαχών, πολιτισμών και ανθρώπων... στέκει, καμαρώνει και μάχεται.
Στέκει αιώνες τώρα πετροπελεκημένη και αγέρωχη σε μια αητοφωλιά, ζωσμένη από άγρια φαράγγια και βουνοκορφές, δάση σκιερά και ορμητικά ποτάμια. Καμαρώνει από τη βίγλα της λίθινους ναούς και πόλεις Αρκαδικές, Φιγαλεία, Αλιφείρα... τρούλους βυζαντινούς, καμπαναριά και μοναστήρια, ρωμαϊκά ενθύμια κι αρχοντικά οπλαρχηγών μπαρουτοκαπνισμένα.

Καμαρώνει τα κάλλη του ορεινού κορμιού της, την δασιά δεντρόφυτη κόμη της, τα ανδραγαθήματα του ματωμένου παρελθόντος της, την προκοπή των νοματαίων της, τις κρήνες της, την αρχοντιά της. Μάχεται με την αρχαία Αρκαδική ψυχή της ενάντια στης φύσης τα στοιχειά, της ιστορίας τα τερτίπια και των εχθρών της την οργισμένη λύσσα. Σαν εκείνη την Κυρά στο Χάνι, τη χήρα του Ανδρίκου, την συνονόματή της την Ανδρίτσαινα.

Αιώνες τώρα στέκει, καμαρώνει και μάχεται, σαγηνευτική, μυστήρια, ατιθάσευτη! Όπως ξέρουν μόνο οι μοιραίες καλλονές, όπως αντέχουν μόνο οι αδάμαστες γυναίκες!